Meaning of μεταξοΰφαντος | Babel Free
/me.ta.ksoˈi.fan.dos/Ορισμοί
- που έχει ραφτεί από νήμα μεταξιού, συνώνυμο του μεταξωτός
-
που είναι στην αφή αστραφτερός και λείος σαν μετάξι figuratively
Παραδείγματα
“※ Έφτασε εποχή που τα μεταξοΰφαντα, τα αργυροποίκιλτα και τα χρυσοποίκιλτα υφάσματά της ήταν περιζήτητα στην Αγγλία (Σπάρτη Καρασταμάτη: Η πρώτη Ελληνίδα βιομήχανος, Τα Αθηναϊκά, 6/3/2020 https://www.taathinaika.gr/sparti-karastamati-i-proti-ellinida-viomichanos/)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.