Meaning of μεταμόρφωση | Babel Free
/me.taˈmoɾ.fo.si/Ορισμοί
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- η μεταβολή της φυσικής κατάστασης ενός φυτού ή ζώου
- η διαδικασία μετατροπής ενός πετρώματος μαγματικής ή ιζηματογενούς προέλευσης σε άλλο, νέο πέτρωμα σχεδόν ίδιας σύστασης αλλά διαφορετικής υφής.
- τοπωνύμιο (Μεταμόρφωση)
Ισοδύναμα
English
Metamorphosis
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.