Meaning of μετάπλαση | Babel Free
/meˈta.pla.si/Ορισμοί
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μεταπλάθω ή μεταπλάσσω
- εκ νέου δημιουργία με μεταβολή μορφής, σύνθεσης ή σύστασης
- η μεταβολή του μέρους λόγου μιας λέξης σε άλλο, χωρίς να μεταβληθούν τα μορφολογικά χαρακτηριστικά του
- συνώνυμο του μεταπλασία
Παραδείγματα
“Η πιο πρόσφατη μετάπλαση της πλατείας έγινε το 2020.”
“≈ συνώνυμα: μεταπλασμός (σπάνιο)”
“※ Κατά τη μετάπλαση το σύνθετο παίρνει τη μορφή επιθέτου που συνδέεται στενότερα με το ουσιαστικό του β΄ συνθετικού.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.