Meaning of μεσ- | Babel Free
/mes/Ορισμοί
- μορφή του μεσο- όταν ακολουθεί φωνήεν
- με σημασία: στη μέση, στο μέσον
- σπανιότερη εναλλαγή με το μισ-
- πρόθημα που δηλώνει ότι το δεύτερο συνθετικό βρίσκεται μέσα σ' έναν χώρο
- με σημασία: στη μέση, σε κεντρικό σημείο
Παραδείγματα
“μεσ- (mes-) + -ώροφος (-órofos, “-floor”) → μεσώροφος (mesórofos, “mezzanine, entresol, literally: middle floor”)”
“μεσουρανώ”
“Μεσευρώπη”
“μεσαύλι (στη σημασία: η μέσα αυλή, η εσωτερική αυλή)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.