Meaning of μεσόκοπος | Babel Free
Ορισμοί
που βρίσκεται σε μια μέση (για τη ζωή ενός ανθρώπου) ηλικία, κάπου γύρω στα 50
Παραδείγματα
“※ ώσπου στο τέλος αρκούντως μακρυμάλλης, γιεγιές κι αληταράς, γνώρισε το εβδομήντα, εβδομήντα ένα μια τρελιάρα που την παντρεύτηκε σε δυό μήνες κι αυτή ήταν η απαρχή μιας σταδιοδρομίας, τριών γάμων, τριών παιδιών και μιας μεσόκοπης μοναξιάς του φίλου μου του ακτινολόγου (Πάνος Θεοδωρίδης, Το ροκ των Μακεδόνων, εκδ. Ιανός, 1998, σελ. 145)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.