Meaning of μεστώνω | Babel Free
/meˈsto.no/Ορισμοί
- για καρπούς, φρούτα κ.λπ.
- κάνω κάτι μεστό, ολοκληρώνω το σχηματισμό του
- ωριμάζω
- για πρόσωπα
- ολοκληρώνομαι σωματικά και πνευματικά, ωριμάζω
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.