Meaning of μεσήλικας | Babel Free
/meˈsi.li.kas/Ορισμοί
άνθρωπος μέσης ηλικίας, όχι πια νέος αλλά ούτε ακόμη και γέρος
Παραδείγματα
“άλλες μορφές: μεσήλικος”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.