Meaning of μεροληπτικότητα | Babel Free
/me.ɾo.li.ptiˈko.ti.ta/Ορισμοί
η ιδιότητα του μεροληπτικού, το να είναι κάποιος μεροληπτικός, να μεροληπτεί
formal
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.