Meaning of μερεμετίσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μερεμετίζω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μερεμετίζω
- θα μερεμετίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μερεμετίζω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.