HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μερακλίδικος | Babel Free

Adjective CEFR C1
/me.ɾaˈkli.ði.kos/

Ορισμοί

  1. που έχει σχέση ή αναφέρεται στον μερακλή
  2. που έχει φτιαχτεί με μεράκι

Παραδείγματα

“※ Το μερακλήδικο πουλί ποτέ φωλιά δεν κάνει, / μόν’ έτσι βασανίζεται, κι ως ότου ν’ αποθάνει. (*stixoi στίχοι ρεμπέτικου τραγουδιού)”
“Φτιάξε μου ένα μερακλίδικο καφεδάκι, γιατί τούτο δω είναι νερόβραστο.”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μερακλίδικος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course