Meaning of μερακλίδικος | Babel Free
/me.ɾaˈkli.ði.kos/Ορισμοί
- που έχει σχέση ή αναφέρεται στον μερακλή
- που έχει φτιαχτεί με μεράκι
Παραδείγματα
“※ Το μερακλήδικο πουλί ποτέ φωλιά δεν κάνει, / μόν’ έτσι βασανίζεται, κι ως ότου ν’ αποθάνει. (*stixoi στίχοι ρεμπέτικου τραγουδιού)”
“Φτιάξε μου ένα μερακλίδικο καφεδάκι, γιατί τούτο δω είναι νερόβραστο.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.