Meaning of μενεστρέλος | Babel Free
/me.neˈstɾe.los/Ορισμοί
- επαγγελματίας διασκεδαστής σε περιοχές της Ευρώπης κατά τον μεσαίωνα, κυρίως από τον 12ο έως τον 16ο αιώνα
- συνθέτης και εκτελεστής τραγουδιών
Ισοδύναμα
English
minstrel
Παραδείγματα
“※ 20ός αιώνας, ⌘ Άγγελος Τερζάκης, Η πριγκηπέσσα Ιζαμπώ, Έτος αρχικής έκδοσης: 1945 @archive”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.