HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μελοδραματικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR C2 Specialized
/me.lo.ðɾa.ma.tiˈkos/

Ορισμοί

  1. που έχει σχέση με το μελόδραμα ή αναφέρεται σ’ αυτό
  2. για κινήσεις, συμπεριφορές, ύφος κ.λπ. που μοιάζουν με τα αντίστοιχα του μελοδράματος, που δείχνουν έναν έντονο συναισθηματισμό
    broadly, figuratively

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μελοδραματικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course