Meaning of μελιτζανάκι | Babel Free
Ορισμοί
- υποκοριστικό του μελιτζάνα
-
είδος γλυκού του κουταλιού που φτιάχνεται με μελιτζανάκια (συνήθως άγουρα) especially
-
είδος τουρσιού που φτιάχνεται με μελιτζανάκια (συνήθως άγουρα) especially
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.