Meaning of μειοδοτήσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μειοδοτώ
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μειοδοτώ
- θα μειοδοτήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μειοδοτώ
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.