Meaning of μεθύσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεθώ
- να μεθύσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεθώ
- θα μεθύσει: γ' ενικό οριστικής συνοπτικού μέλλοντα του ρήματος μεθώ
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.