Meaning of μεγασεισμός | Babel Free
/me.ɣa.siˈzmos/Ορισμοί
σεισμός μεγάλης έντασης (συνήθως με μέγεθος μεγαλύτερο από 8 βαθμούς της κλίμακας Ρίχτερ), που προκαλεί εκτεταμένες καταστροφές και επηρεάζει μεγάλες γεωγραφικές περιοχές
neologism
Ισοδύναμα
English
megaseism
Παραδείγματα
“※ Στις 26 Δεκεμβρίου 2004 ένας μεγασεισμός βόρεια της Σουμάτρας, στην Ινδονησία, προκάλεσε ένα τεράστιο, θανατηφόρο τσουνάμι που σάρωσε τον Ινδικό Ωκεανό σκοτώνοντας περισσότερους από 226.000 ανθρώπους και προκαλώντας τεράστιες καταστροφές σε 14 χώρες. (Δέκα χρόνια μετά το τσουνάμι του Ινδικού Ωκεανού: είμαστε πιο ασφαλείς σήμερα;, Το Βήμα, 24 Δεκεμβρίου 2014)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.