HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μεγαλόσωμος | Babel Free

Adjective CEFR C2 Standard
/me.ɣaˈlo.so.mos/

Ορισμοί

που έχει μεγάλο ύψος και μεγάλο σωματικό όγκο

Παραδείγματα

“※ Ὁ Πανάγος ὁ μαραγκός ἠγέρθη ὑψηλός, μεγαλόσωμος, ὀλίγον κυρτός, τινάξας τά σκέλη του. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Στο Χριστό στο Κάστρο, 1892)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μεγαλόσωμος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course