Meaning of μεγαλούτσικος | Babel Free
Ορισμοί
κάπως μεγάλος, σχετικά μεγάλος, αλλά όχι πολύ μεγάλος (ως προς το μέγεθος ή την ηλικία)
Ισοδύναμα
English
biggish
Παραδείγματα
“Είδες τον καινούριο φίλο της Μαρίας; Μεγαλούτσικος δεν είναι;”
Have you seen Mary's new boyfriend? He is rather old, isn't he?
“※ Το περιεχόμενο δεν ήταν μια συνηθισμένη κόλλα χαρτί αλλά μια κάρτα λευκή γλασέ κάπως μεγαλούτσικη (Κυριάκος Ι. Διακογιάννης, Οι σαρκοφάγοι του Ελληνισμού, εκδ. Γ. Λαδια, 1979, σελ. 274)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.