Meaning of μαυρόφατσα | Babel Free
Ορισμοί
- ο μαύρος
- ύποπτος ή άσχημος, άνθρωπος του υποκόσμου, ένοχος, μαυραγορίτης, μισητός
- άτομο με σκούρο πρόσωπο, πχ. μαυροπρόσωπο πρόβατο
Παραδείγματα
“βλέπε: σκυλάραπας, σκατόνεγρος, κωλόνεγρος”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.