Meaning of μασώ | Babel Free
Ορισμοί
- α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαζεύω
- αλέθω την τροφή με τα δόντια μου κουνώντας συνεχώς τα σαγόνια μου
- θα μάσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μαζεύω
- χτυπώ κάτι με τα δόντια μου, χωρίς να το καταπίνω
- καταστρέφω, τσαλακώνω, συνθλίβω κάτι που περνάει ανάμεσα σε κινούμενα τμήματα μηχανισμού
- δε μασάω: δεν πτοούμαι
- τρώω την περιουσία και τα χρήματα άλλου ατόμου (συνήθως για γυναίκες που εκμεταλλεύονται οικονομικά έναν άντρα)
- παθητικό, για αντικείμενα, τρόφιμα
Παραδείγματα
“Μη μασάς το στυλό σου!”
“Το στερεοφωνικό μου μάσησε μία κασέτα με ύστερη μεσαιωνική λυρική ποίηση του Guillaume de Machaut.”
“Το κρέας πρέπει να μασιέται καλά για να χωνεύεται πιο εύκολα.”
“Αυτό το χάπι δεν πρέπει να μασηθεί, αλλά να διαλυθεί στο στομάχι.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.