HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μασχαλιαίος | Babel Free

Adjective CEFR C1
/ma.sxa.liˈe.os/

Ορισμοί

  1. που ανήκει στην ανατομική περιοχή της μασχάλης, ο λεμφαδένας, ή γενικά ο σχετικός με την περιοχή ιστός
  2. αυτός που βρίσκεται ή εμφανίζεται στη μασχάλη βλαστού.

Παραδείγματα

“ο μασχαλιαίος λεμφαδενικός καθαρισμός ή και η μαστεκτομή...”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μασχαλιαίος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course