Meaning of μασχαλιαίος | Babel Free
/ma.sxa.liˈe.os/Ορισμοί
- που ανήκει στην ανατομική περιοχή της μασχάλης, ο λεμφαδένας, ή γενικά ο σχετικός με την περιοχή ιστός
- αυτός που βρίσκεται ή εμφανίζεται στη μασχάλη βλαστού.
Παραδείγματα
“ο μασχαλιαίος λεμφαδενικός καθαρισμός ή και η μαστεκτομή...”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.