Meaning of μαστούρας | Babel Free
Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
-
άλλη μορφή του μαστούρης ο χασισωμένος vulgar
-
γενική ενικού του μαστούρα genitive, singular
- γενικά αυτός που βρίσκεται υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών, εκτός φαρμακευτικών
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.