Meaning of μαστουρώσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μαστουρώνω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαστουρώνω
- θα μαστουρώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μαστουρώνω
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.