HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μαστορόπουλο | Babel Free

Noun CEFR C1

Ορισμοί

  1. το μαστοράκι, ο μαθητευόμενος μάστορας, ο νεαρός που μαθαίνει μια τέχνη
  2. ο γιός του μάστορα
  3. ο μαθητευόμενος μάστορας, το τσιράκι του μάστορα που δενόταν με συμβόλαιο να υπηρετεί δουλικά έως ότου τελειώσει η μαθητεία του και που σχεδόν ποτέ δεν έφτανε το βαθμό του μάστορα, αφου η συγκεκριμένη ιδιότητα ήταν για αιώνες κληρονομική και οι μάστορες είχαν πολύ κλειστή συντεχνία, την μαστορεία
    dated

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μαστορόπουλο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course