Meaning of μασουλάω | Babel Free
Ορισμοί
μασάω όλη την ώρα κάτι, απασχολούμαι με το μάσημα (φαγητό, ξηρούς καρπούς, τσίχλα, το πλαστικό πώμα ενός στιλό κ.α.)
Παραδείγματα
“※ Η Κατίγκω κατέβηκε στο σαλόνι φορώντας την υδραίικη ενδυμασία. Βρήκε την Κοκόνα-Κρυσταλλένια να μασουλάει μαρόν γλασέ. Είδε η θεία την ανιψιά και σηκώθηκε τρέμοντας από την πολυθρόνα. Έπεσε η τσάντα της στο πάτωμα, σκορπίστηκαν τα μαρόν στο χαλί. (Φιλομήλα Λαπατά, Η χήρα του Πειραιά, εκδ. Καστανιώτη, 2012)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.