Meaning of μασκέ | Babel Free
/maˈsce/Ορισμοί
- χαρακτηρισμός αποκριάτικης εκδήλωσης όπου οι καλεσμένοι πρέπει να είναι μασκαρεμένοι, να φορούν στολή
-
μασκοφόρος (στις Απόκριες) άνδρας γυναίκα ή παιδί dated
Παραδείγματα
“πήγα σε ένα πάρτι μασκέ. σε έναν χορό μασκέ”
“Πήγα μασκέ στο πάρτι”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.