HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of Μάρον | Babel Free

Noun CEFR B1

Ορισμοί

  1. καστανό, καφέ, καφετί
  2. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  3. μεγάλο κάστανο άριστης ποιότητας που χρησιμοποιείται στη ζαχαροπλαστική
  4. μασάω όλη την ώρα κάτι, απασχολούμαι με το μάσημα (φαγητό, ξηρούς καρπούς, τσίχλα, το πλαστικό πώμα ενός στιλό κ.α.)

Παραδείγματα

“※ Η Κατίγκω κατέβηκε στο σαλόνι φορώντας την υδραίικη ενδυμασία. Βρήκε την Κοκόνα-Κρυσταλλένια να μασουλάει μαρόν γλασέ. Είδε η θεία την ανιψιά και σηκώθηκε τρέμοντας από την πολυθρόνα. Έπεσε η τσάντα της στο πάτωμα, σκορπίστηκαν τα μαρόν στο χαλί. (Φιλομήλα Λαπατά, Η χήρα του Πειραιά, εκδ. Καστανιώτη, 2012)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See Μάρον used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course