HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μαρμαράς | Babel Free

Noun CEFR B2
/maɾ.maˈɾas/

Ορισμοί

  1. ο τεχνίτης που κατεργάζεται το μάρμαρο ή τοποθετεί μαρμάρινα δάπεδα
  2. ανδρικό επώνυμο
  3. γενική ενικού του μαρμάρα
    genitive, singular
  4. νησί πλούσιο σε μάρμαρο, που έδωσε το όνομά του σε όλη την κλειστή θάλασσα η οποία έως τότε λεγόταν Προποντίδα και που τώρα λέγεται Θάλασσα του Μαρμαρά

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μαρμαράς used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course