Meaning of μαρμαράς | Babel Free
/maɾ.maˈɾas/Ορισμοί
- ο τεχνίτης που κατεργάζεται το μάρμαρο ή τοποθετεί μαρμάρινα δάπεδα
- ανδρικό επώνυμο
-
γενική ενικού του μαρμάρα genitive, singular
- νησί πλούσιο σε μάρμαρο, που έδωσε το όνομά του σε όλη την κλειστή θάλασσα η οποία έως τότε λεγόταν Προποντίδα και που τώρα λέγεται Θάλασσα του Μαρμαρά
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.