Meaning of μαργώνω | Babel Free
Ορισμοί
-
κρυώνω και δεν μπορώ να κουνήσω τα μέλη μου, μουδιάζω από το κρύο intransitive, vulgar
-
κρυώνω κάτι/κάποιον transitive, vulgar
Παραδείγματα
“Εκεί που φτερουγίζει ο νους, / εκεί που ξημερώνει, / μαργώνουν τα πουλιά της γης / κι ούτε ένα δεν ζυγώνει (Θανάσης Παπακωνσταντίνου, Αερικό)”
“Ο αέρας ή ακόμη κρύος και του μάργωνε τα δάχτυλα και κάπου κάπου οι πλάτες του ανατρίχιαζαν (Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Ο Κατάδικος)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.