HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μαραζιάρης | Babel Free

Adjective CEFR B2

Ορισμοί

  1. που έχει καταπέσει ψυχολογικά, είναι καταθλιπτικός, μελαγχολικός
  2. που έχει μαραζώσει το κορμί του ή είναι από τη φτιαξιά του πολύ αδύνατος και καχεκτικός
  3. ο κλαψιάρης, ο μεμψίμοιρος
  4. ο φυματικός
    dated

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μαραζιάρης used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course