Meaning of μαραζιάρης | Babel Free
Ορισμοί
- που έχει καταπέσει ψυχολογικά, είναι καταθλιπτικός, μελαγχολικός
- που έχει μαραζώσει το κορμί του ή είναι από τη φτιαξιά του πολύ αδύνατος και καχεκτικός
- ο κλαψιάρης, ο μεμψίμοιρος
-
ο φυματικός dated
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.