Meaning of μαραγκιάζω | Babel Free
Ορισμοί
- μαραίνομαι, ξεραίνομαι
-
ζαρώνω, συρρικνώνομαι, σταφιδιάζω broadly
-
χάνω τη ζωτικότητά μου, μαραζώνω, γερνώ figuratively
Παραδείγματα
“※ Να στείλω γράμμα, χάνεται, δεν βρίσκει το παιδί μου, Να μάθη, όσα να τω πη, διψάει η καρδιά μου· Να στείλω μήλο σήπεται, λουλούδι μαραγκιάζει”
“※ 20ός αιώνας, ⌘ Γιάννης Ρίτσος, Ὁ ἀφανισμὸς τῆς Μῆλος, [1969], @greek-language.gr”
“※ Με τον πρώτο γιο στην κοιλιά η Ηρακλεία είχε ανθίσει, με τον δεύτερο το ίδιο, αλλά στην τρίτη γκαστριά το πρόσωπό της μαράγκιασε, φριχτό πλήγμα, γιατί έλπιζε ότι θα ήταν από εκείνες που γεννάνε μόνο αρσενικά παιδιά, βασίλισσα στην ιεραρχία του χωριού.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.