HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μαντράχαλος | Babel Free

Noun CEFR C1
/manˈdɾa.xa.los/

Ορισμοί

  1. ανδρικό επώνυμο
  2. μεγαλόσωμος νέος, κρεμανταλάς, συνήθως για άχαρους και αδέξιους εφήβους ή νεαρούς

Παραδείγματα

“Κάνανε διάφορα νούμερα. Ένας μαντράχαλος τραγουδούσε την «Καπνοσακούλα» (την έχανε και ύστερα την έβρισκε και την κρατούσε στην αριστερή τσέπη του παντελονιού του), ή ντουέτο με μια πεταχτή σκερτσόζα: « Πιό ὄμορφη στόν κόσμο δέν ἔχει ἄλληνε ἀπό τήν ἀδερφή μου τήν πιό μεγάληνε» , και μιά καμωματού τσαχπίνα, μέ μιά καρτονένια καπελιέρα κρεμασμένη ἀπό τό μπράτσο της μέ ρόζ κορδέλα, σεισοκωλιότανε τραγουδώντας τή «Μοδιστρούλα» (Κοσμάς Πολίτης, Στου Χατζηφράγκου, εκδ. Πελεκάνος, 2015)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μαντράχαλος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course