Meaning of μανταμίτσα | Babel Free
Ορισμοί
- μικρή κυρία, χαριτωμένος και τρυφερός τρόπος χαρακτηρισμού κοπέλας ή μικρού κοριτσιού που μοιάζει μεγαλύτερο από την ηλικία του λόγω των ρούχων, του κουρέματος των μαλλιών, της συμπεριφοράς κ.α. εξωτερικών κυρίως χαρακτηριστικών που παραπέμπουν σε ωριμότητα και ευγένεια ενηλίκων
- οικεία προσφώνηση για γυναίκα
- ειρωνικός και συνήθως μειωτικός χαρακτηρισμός γυναίκας που δεν πληροί τις προϋποθέσεις να χαρακτηριστεί μαντάμ (δηλαδή υπολείπεται σε κάποια χαρακτηριστικά της κυρίας με τη συμβατική έννοια του όρου).
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.