HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μανιχαϊσμός | Babel Free

Noun masculine CEFR C1

Ορισμοί

  1. θρησκεία που ιδρύθηκε τον 3ο αι. μ.X. και βασίζεται στη ζωροαστρική ιδέα της διαρκούς σύγκρουσης μεταξύ καλού και κακού μέσα από τα δύο ανταγωνιστικά στοιχεία, του φωτός και του σκότους. Στηρίχτηκε στο χριστιανισμό, στον βουδισμό και σε ορισμένες άλλες θρησκείες ανατολικών λαών.
  2. κάθε δυϊστική θεωρία ή άποψη που δέχεται ότι δεν υπάρχει παρά μόνο το καλό ή το κακό.
  3. η διαρκής σύγκρουση αντιπάλων πλευρών

Ισοδύναμα

English Manichaeism

Παραδείγματα

“ηθικός μανιχαϊσμός”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μανιχαϊσμός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course