Meaning of μανιβέλα | Babel Free
/ma.niˈve.la/Ορισμοί
- ράβδος ή μοχλός που φέρει δυο ορθές γωνίες στη σειρά, ώστε να μπορεί να περιστρέφεται, προκειμένου να λειτουργεί ένα χειροκίνητο μηχάνημα, ή να εκκινήσει ένας κινητήρας
-
ξυλοκόπημα, ξυλοφόρτωμα figuratively
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.