Meaning of μανίτσα | Babel Free
Ορισμοί
- γυναικείο όνομα
- τρυφερή έκφραση για τη μητέρα
- γυναικείο επώνυμο άκλιτο (αρσενικό Μανίτσας)
- προσφώνηση φίλης, συναδέλφου κ.λπ., όχι απαραίτητα όμως τρυφερός
- γλυκόλογο στην σύζυγο, ερωμένη ή, υποτίθεται και ως κοπλιμέντο, σε άγνωστη γυναίκα
Παραδείγματα
“Μανίτσα θέλω κι άλλο γλυκό!”
“Σου είπα να μην το κάνεις έτσι μανίτσα μου, τώρα πρέπει να το ξαναφτιάξεις απ' την αρχή”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.