HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μανίτσα | Babel Free

Noun CEFR B1

Ορισμοί

  1. γυναικείο όνομα
  2. τρυφερή έκφραση για τη μητέρα
  3. γυναικείο επώνυμο άκλιτο (αρσενικό Μανίτσας)
  4. προσφώνηση φίλης, συναδέλφου κ.λπ., όχι απαραίτητα όμως τρυφερός
  5. γλυκόλογο στην σύζυγο, ερωμένη ή, υποτίθεται και ως κοπλιμέντο, σε άγνωστη γυναίκα

Παραδείγματα

“Μανίτσα θέλω κι άλλο γλυκό!”
“Σου είπα να μην το κάνεις έτσι μανίτσα μου, τώρα πρέπει να το ξαναφτιάξεις απ' την αρχή”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μανίτσα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course