Meaning of μαλλιαρή | Babel Free
Ορισμοί
-
ουσιαστικοποιημένο επίθετο, που από το 1900 έως περίπου το 1960 σήμαινε τη δημοτική γλώσσα (που θεωρείτο τότε λαϊκή και βάρβαρη). Καθώς η δημοτική χρησιμοποιήθηκε από τους λογοτέχνες και έγινε πιο αποδεκτή, η μαλλιαρή σήμαινε πια, όχι γενικά τη δημοτική, αλλά την ακραία δημοτική. offensive
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Μαλλιάρης
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Μαλλιάρης accusative, genitive, singular, vocative
- γυναικείο επώνυμο
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.