HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μαλλιαρή | Babel Free

Noun CEFR B2

Ορισμοί

  1. ουσιαστικοποιημένο επίθετο, που από το 1900 έως περίπου το 1960 σήμαινε τη δημοτική γλώσσα (που θεωρείτο τότε λαϊκή και βάρβαρη). Καθώς η δημοτική χρησιμοποιήθηκε από τους λογοτέχνες και έγινε πιο αποδεκτή, η μαλλιαρή σήμαινε πια, όχι γενικά τη δημοτική, αλλά την ακραία δημοτική.
    offensive
  2. γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Μαλλιάρης
  3. γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Μαλλιάρης
    accusative, genitive, singular, vocative
  4. γυναικείο επώνυμο

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μαλλιαρή used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course