Meaning of μαλθακότητα | Babel Free
/mal.θaˈko.ti.ta/Ορισμοί
- η έλλειψη πάθους ή αποφασιστικότητας στην προσπάθεια επίτευξης στόχων
- η οκνηρή και χωρίς σκληραγώγηση ζωή
Ισοδύναμα
English
self-indulgence
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.