Meaning of μαλακτήρας | Babel Free
Ορισμοί
μηχανή που μαλάζει, που ομογενοποιεί. Χρησιμοποιείται κυρίως για κατεργασία πολτού ελιάς και την παραγωγή ελαιολάδου, αλλά αναφέρεται και σε μάλαξη μπετού
Παραδείγματα
“※ Χρησιμοποιούμε πέτρινα λιθάρια, μαλακτήρα, ελαιοδιαφράγματα (ντορβάδες ή τσαντίλες) και υδραυλικό πιεστήριο (https://web.archive.org/web/20191110163830/https://www.oliveshouse.gr/theleonidas/)”
“※ Για την αραίωση της ελαιοζύμης στο μαλακτήρα προστίθεται νερό μέχρι και 100% της ποσότητάς της πριν την εξαγωγή του ελαιολάδου (https://web.archive.org/web/20191126160936/http://nefeli.lib.teicrete.gr/browse/stef/hle/2013/MprintakisChristoforos/attached-document-1382610369-708578-20279/MprintakisChristoforos2013.pdf)”
“※ «Ρύθμιση των όρων αμοιβής και εργασίας των οδηγών φορτηγών αυτοκινήτων με ή χωρίς μαλακτήρα σκυροδέματος και των χειριστών αντλιών ετοίμου σκυροδέματος και των βοηθών αυτών στις βιομηχανίες και βιοτεχνίες ετοίμου σκυροδέματος του Νομού Αττικής» (ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (12/2009))”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.