Meaning of μαλακοκαύλης | Babel Free
Ορισμοί
-
άνθρωπος νωθρός, χωρίς πρωτοβουλία και σθένος, που εύκολα τον κατευθύνουν άλλοι figuratively, offensive
-
ο άνθρωπος που κατά την διάρκεια της σεξουαλικής επαφής δεν έχει αρκετή στύση literally
Παραδείγματα
“※ Στο μυαλό του μαλακοκαύλη, τόσο η δουλειά στο συνεργείο αυτοκινήτων όσο και τα νυχτοπερπατήματά του , ήταν πράγματα αταίριαστα μ' έναν υποψήφιο φοιτητή της Ιατρικής (Βαγγέλης Ραφτόπουλος, Βαθύς και λυπημένος όπως κι εσύ, εκδ. Κέδρος, 1999, σελ. 193)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.