HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

μακρύτερο

Επίθετο CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. αιτιατική ενικού του μακρύτερος
    accusative, singular
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μακρύτερος
    accusative, neuter, nominative, singular, vocative
  3. το πέος - απ' τα τρία το μακρύτερο, φάγαμε το μακρύτερο

Παραδείγματα

“Πήρε τον μακρύτερο δρόμο για να αποφύγει την κίνηση.”

He took the longer road to avoid the traffic.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη μακρύτερο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free