Meaning of μακρύτερο | Babel Free
Ορισμοί
-
αιτιατική ενικού του μακρύτερος accusative, singular
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μακρύτερος accusative, neuter, nominative, singular, vocative
- το πέος - απ' τα τρία το μακρύτερο, φάγαμε το μακρύτερο
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.