HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μακρόσυρτος | Babel Free

Adjective CEFR C1

Ορισμοί

  1. ο παρατεταμένος, που τραβάει σε μάκρος (συνήθως για ήχους)
  2. επίπονη και χρονοβόρα διαδικασία
  3. που είναι άνευρο, πολύ αργό, που διαρκεί περισσότερο από όσο αρέσει στον σχολιαστή

Παραδείγματα

“μακρόσυρτο τραγούδι (π.χ. αμανές)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μακρόσυρτος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course