Meaning of μακρόσυρτος | Babel Free
Ορισμοί
- ο παρατεταμένος, που τραβάει σε μάκρος (συνήθως για ήχους)
- επίπονη και χρονοβόρα διαδικασία
- που είναι άνευρο, πολύ αργό, που διαρκεί περισσότερο από όσο αρέσει στον σχολιαστή
Παραδείγματα
“μακρόσυρτο τραγούδι (π.χ. αμανές)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.