Meaning of μακρυχέρης | Babel Free
Ορισμοί
- που έχει μακριά χέρια
- πορτοφολάς, κλέφτης, που γενικά απλώνει το χέρι του, αρπάζει πράγματα που δεν του ανήκουν ή υπεξαιρεί χρήματα
Παραδείγματα
“Αυτός ο νέος είναι μακρυχέρης -πήρε απ' τον πατέρα του”
“Κάποιος είναι μακροχέρης στο μαγαζί -πάλι λείπουνε λεφτά απ' το ταμείο”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.