Meaning of μακιαβελισμός | Babel Free
/ma.ca.ve.liˈzmos/Ορισμοί
- η πολιτική θεωρία σύμφωνα με την οποία η κυβέρνηση ή ηγεμόνας άλλοτε μίας χώρας, εκτιμώντας τις περιστάσεις, μεταχειρίζεται οποιοδήποτε μέσο, ηθικά ορθό η μη, προκειμένου να προστατεύσει το κράτος του
-
η αμοραλιστική στάση και πρακτική σύμφωνα με την οποία επιτρέπεται η άρση κάθε ηθικού φραγμού, μηχανορραφία και δολοπλοκία για την επίτευξη προσωπικών στόχων, ακόμα και άνομων, στα πλαίσια των ρυθμιστικών κανόνων μιας κοινωνικής ομάδας ή οποιασδήποτε μορφής κοινότητας broadly
Ισοδύναμα
English
Machiavellianism
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.