Meaning of μακελάρη | Babel Free
Ορισμοί
- μακελάρης, στη γενική του ενικού
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Μακελάρης
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Μακελάρης accusative, genitive, singular, vocative
- μακελάρης, στην αιτιατική του ενικού
- μακελάρης, στην κλητική του ενικού
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.