Meaning of μαθητεύω | Babel Free
/ma.θiˈte.vo/Ορισμοί
- παρακολουθώ μαθήματα, κυρίως τεχνικά και πρακτικά, σχετικά με κάποιο θέμα, μαθαίνω τέχνη ή επάγγελμα κοντά σε κάποιον
- ο μαθητευόμενος
-
μαθαίνω σε κάποιον να κάνει κάτι familiar
Παραδείγματα
“Μαθήτευσε για τέσσερα χρόνια στο πανεπιστήμιο.”
“Είχε την ευκαιρία να μαθητεύσει δίπλα σε κάποιους από τους σπουδαιότερους καλλιτέχνες εκείνης της εποχής.”
“Mαθητευόμενος κουρέας / μαραγκός / ράφτης”
“≈ συνώνυμα: σπουδάζω, διδάσκομαι”
“Το αγόρι είναι ακόμη μαθητευόμενο, πρέπει να ολοκληρώσει την εκπαίδευσή του.”
“Tον έχουνε μαθητέψει να λέει ψέματα στους άλλους.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.