Meaning of μαγειρείο | Babel Free
/ma.ʝiˈɾi.o/Ορισμοί
- ο χώρος σε μια μεγαλύτερη εγκατάσταση (όχι όμως σε σπίτι) όπου εργάζονται οι μάγειροι και ετοιμάζεται το φαγητό
-
το μαγειρείο vulgar
- λαϊκό εστιατόριο
Παραδείγματα
“ο επιλοχίας τον έστειλε για αγγαρεία στα μαγειρεία”
“άλλες μορφές: μαγερειό”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.