HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μέσπιλο | Babel Free

Noun CEFR B1
/ˈme.spi.lo/

Ορισμοί

καρπός, παρόμοιος με το μούσμουλο

dated

Παραδείγματα

“※ Το ραφτόπουλο, του φαίνεται, πως έχει σκαλώσει στον λαιμό του κανένα στυφό μέσπιλο και δεν ημπορεί να καταπιή. (Γεώργιος Βιζυηνός, Tο μόνον της ζωής του ταξείδιον)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μέσπιλο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course