HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of λυμαίνομαι | Babel Free

Verb CEFR B2
/liˈme.no.me/

Ορισμοί

  1. προκαλώ καταστροφές, ρημάζω
  2. εκμεταλλεύομαι κάτι και αποκτώ κέρδος από αυτό με αθέμιτο τρόπο

Παραδείγματα

“Σαρακηνοί πειρατές λυμαίνονταν τα νησιά του Αιγαίου, λήστευαν κι αιχμαλώτιζαν ανθρώπους”
“επιτήδειοι λυμαίνονται το δημόσιο πλούτο”
“※ Με δεδομένη την απουσία θεατρικής παιδείας, είναι αναπόφευκτο να λυμαίνονται το χώρο τυχάρπαστοι, ατάλαντοι φραγκοφονιάδες οι οποίοι προσποιούμενοι τους παιδαγωγούς (τρομάρα τους) λειτουργούν σχεδόν ανεξέλεγκτα, ανεβάζοντας έργα που ... (Σάββας Πατσαλίδης, Θεατρική Θεσσαλονίκη, εκδ. University Studio Press, 2006, σελ. 262)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See λυμαίνομαι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course