Meaning of λουστρίνι | Babel Free
Ορισμοί
- δέρμα με επίστρωση ειδικού γυαλιστερού βερνικιού, ώστε να μην ξεβάφει για να μην χρειάζεται συχνό βάψιμο
-
κάθε τι κατασκευασμένο με τέτοιο δέρμα figuratively
-
παπούτσι από λουστρίνι especially, plural-normally
Παραδείγματα
“※ Αυτή ήταν η κυρία Νίτσα, μητέρα Μενελάου, ιδιοκτήτρια βίλας με κοτέτσι. Μαλλί κόκαλο από τη λακ, δαντελένιο ταγέρ μαύρο, καρφίτσα στο πέτο, καλσόν με ραφή -για μεγαλύτερη επισημότητα- και παντούφλα λουστρίνι- για μεγαλύτερη άνεση (Μαίρη Κόντζογλου, Περπάτα με τον άγγελό σου, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)”
“※ Ένα από τα βασικά είδη δέρματος, το οποίο όλοι αναγνωρίζουμε εξ όψεως είναι το γυαλισμένο δέρμα (Polished Leather), το οποίο είναι διαφορετικό από το λουστρίνι (Patent leather) και δεν θα έπρεπε να ταυτίζεται. (Γνωρίζοντας του τύπους δέρματος Β΄, mortoglou.gr, ανακτήθηκε στις 9/1/2025 https://www.mortoglou.gr/mortoglou-blog/gnorizontas-tous-typous-dermatos-b-meros?srsltid=AfmBOooXEg0-o1tIZ2o_Szws8WVsyyVuB36YEAmpIppX41abmov7RCkv)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.